Δυο όμορφα διηγήματα και κάποιες σκέψεις

τα διηγήματα δεν είναι δικά μου, οι σκέψεις είναι δικές μου

Ξεφύλλιζα προχτές διάφορα παλιά βιβλία που είχα διαβάσει πρώτη φορά ως έφηβος. Πέφτοντας πάνω στο «Αόρατο φώς» φυσικά δεν μπόρεσα να προσπεράσω χωρίς να ξαναδιαβασώ, με μεγάλη προσοχή αλλά και βαθύ προβληματισμό δυο από τα διηγήματα που περιλαμβάνει: «Ο Καλλιτέχνης» και «Η τελευταία ιστορία για την Τηλεπάθεια». Σε πολλές περιπτώσεις έχω μιλήσει σε φίλους και παρέες για αυτά τα διηγήματα, τους έχω προτρέψει να τα διαβάσουν και να τα συζητήσουμε…

Το «Αόρατο Φώς» ανήκει σε μια ολόκληρη σειρά  βιβλίων της Σύγχρονης Εποχής, της δεκαετίας του ’80 –κυρίως– ξένης  λογοτεχνίας που ήταν πραγματικά εξαιρετική.

Όλα σε μέγεθος τσέπης (αν και κάποια ήταν αρκετά παχουλά) και με το χαρακτηριστικό καφέ-ώχρα φόντο στο εξώφυλλο, τα βιβλία της σειράς ανήκαν σε είδη και είχαν θέματα πολλά και ενδιαφέροντα: Λατινοαμερικάνικη Λογοτεχνία, Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, Κατασκοπία, Αστυνομικό Μυθιστόρημα, Επιστημονική Φαντασία…

 

Πολλοί τίτλοι είναι ακόμα διαθέσιμοι από τη Σύγχρονη Εποχή ενώ άλλοι είναι εξαντλημένοι. Αναφέρω ενδεικτικά μόνο κάποιους που μου έρχονται αυτή τη στιγμή στο νου, από μνήμης:

«17 Στιγμές τις άνοιξης»

«Διατάσσεσαι να επιζήσεις»

«Η Επέκταση» (τόμος Ι και ΙΙ)

«Το ΤΑΣΣ εξουσιοδοτείται να δηλώσει»

«Υπόθεση Στολέτωφ»

«Ο Σταυρός και το Βέλος»

«Ο γέρος με το μαύρο κιμονό»

«Η Σφηκοφωλιά»

«Η τελευταία γυναίκα και η επόμενη μάχη»

«Η επιχείρηση JOY»

 

Διεθνή αριστουργήματα, συγγραφέων προερχόμενων και καταξιωμένων όχι μόνο (από και) στις σοσιαλιστικές χώρες αλλά και (από και) στον καπιταλιστικό κόσμο.

 

Έργα στρατευμένα, επαναστατικά, αλλά με θεματολογία, περιεχόμενο, πλοκή, γραφή και ύφος που ξεπερνά κατά πολύ –ή καλύτερα διαλύει τελείως– τα τετριμμένα στερεότυπα, τους μονοδιάστατους χαρακτήρες κλπ που εχθροί, αλλά και “φίλοι”, προσπάθησαν και προσπαθούν να φορτώσουν στην Στρατευμένη Τέχνη, στον πολύπαθο Σοσιαλιστικό Ρεαλισμό.

 

Ξεχωριστή θέση σε αυτή τη σειρά έχει η Επιστημονική Φαντασία: «Το Αόρατο Φως», «Ο Γαλάζιος Κύκνος», «Ο Τελευταίος Πόλεμος» είναι τρεις τίτλοι που θυμάμαι (πιθανόν να μου διαφεύγει και κάποιος άλλος).

Η ξεχωριστή θέση της Επιστημονικής Φαντασίας στη σειρά, δεν προκύπτει μόνο από την αυτοτελή αξία των έργων αλλά και γιατί αποδεικνύουν ότι (και) στη λογοτεχνία δεν υπάρχει είδος ή θέμα «παρακατιανό», «του πεταματού», «εκφυλισμένο», «άχρηστο».  Αποδεικνύουν ότι είναι το περιεχόμενο, η ματιά και ο σκοπός του κάθε λογοτεχνικού έργου –όπως και κάθε έργου Τέχνης– τα πρωταρχικά που καθορίζουν το επίπεδο και την αξία του.

Ειδικότερα αποδεικνύουν ότι Επιστημονική Φαντασία δεν είναι απαραίτητα – ή καλύτερα δεν είναι καθόλου:

ούτε ένας κενός χολιγουντιανός καταιγισμός από ειδικά εφέ,

ούτε κάποια διεστραμμένα splatters,

ούτε ένα μάτσο κοτσάνες που παρά τα υποτιθέμενα εξωτικά και ακραία σενάρια δεν μπορούν ούτε στο ελάχιστο να ξεφύγουν από τα πιο ηλίθια στερεότυπα του “σήμερα” και του “εδώ”, αφού η θεώρηση του δημιουργού τους από τη μία εντελώς ιδεαλιστικά αγνοεί καθολικούς νόμους και αρνείται κάθε λογική (ακόμα και αυτή που ορίζει ο ίδιος) ενώ παράλληλα εντελώς μεταφυσικά ανάγει σε διαγαλαξιακή νομοτέλεια κάθε εφήμερη Αμερικανιά (έστω πλέον «παγκοσμιοποιημένη»).

Αποδεικνύουν, τελικά, τα έργα της εν λόγω συλλογής, ότι η Επιστημονική Φαντασία (στη λογοτεχνία αλλά και σε άλλες Tέχνες):

Μπορεί μιλώντας με το συμβολισμό και την αλληγορία, να ανοίξει σοβαρά επίκαιρα θέματα (καθημερινά ή παγκόσμια), να τα διερευνήσει βαθιά, να τα προβάλει διεισδυτικά και μάλιστα αξιοποιώντας εκφραστικά μέσα υψηλού επιπέδου και καλλιτεχνικής αξίας,

Μπορεί να εκλαϊκεύσει ή και να δοκιμάσει θεωρίες που είναι ακόμα υπό εξέλιξη, ακροβατώντας στα όρια τους,

Μπορεί να ταρακουνήσει στερεότυπα και παρωπίδες βοηθώντας μας να ψυχανεμιστούμε την απεραντοσύνη του χώρου και του χρόνου, την ανεξάντλητη ποικιλομορφία του σύμπαντος.

 

Ενδεικτικά παραθέτω τα δυο διηγήματα που αποτέλεσαν την αφορμή για την παρούσα ανάρτηση καθώς και το προλογικό σημείωμα που τα εισάγει.

 

Καθένα έχει το δικό του, πολύ δυνατό «ηθικό δίδαγμα» (όποιος το βρει κερδίζει μαντολάτο)…

 

Καλή ανάγνωση και άμα ψάξετε στη Σύγχρονη ή σε παλαιοβιβλιοπωλεία (για τα εξαντλημένα) θα βρείτε και τα υπόλοιπα… προσπαθήστε το, αξίζει…

 

 

 

 

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ

ΕΝΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΕΙΔΟΣ ΠΟΥ ΠΡΟΛΑΒΑΙΝΕΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ*

Όπως τόνισαν, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, όλοι οι συγγραφείς διηγημάτων επιστημονικής φαντασίας με τους οποίους συζητήσαμε όταν ετοιμάζαμε την έκδοση αυτή, μπροστά στο λογοτεχνικό αυτό είδος, όπως και στα άλλα, μπαίνει ο στόχος της μελέτης του ανθρώπου και της κοι­νωνίας. Η επιστημονική φαντασία θα πρέπει να συγκεντρώνει την προσοχή της στα ίδια γήινα προβλήματα που έχουν ζωτικό ενδιαφέρον για τον καθένα σήμερα: τον πόλεμο και την ειρήνη, την οικολογία, τα κοινωνικά και ηθικά προβλήματα, και τα προβλήματα που γεννά η επιστημονικοτεχνική επανάσταση. Ανάμεσα σ’ αυτά, οι συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας θεωρούν πάντως τη διαφύλαξη της ειρήνης, την υπεράσπιση της ίδιας της ζωής, σαν το πιο σημαντικό.

Η απειλή του πολέμου είναι ο κοινός εχθρός όλων των λαών. Ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι σε όλον τον κόσμο καταλαβαίνουν σήμερα ότι το μέλλον της ανθρωπότητας, η ίδια η ύπαρξή της, εξαρτάται από το αν ναι ή όχι θα αποτραπεί η πορεία προς τον πυρηνικό πόλεμο.

Στους συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας αρέσει να προλαβαίνουν το μέλλον, και τα ειδικά χαρακτηριστικά αυτού του λογοτεχνικού είδους, προσφέρουν ουσιαστικά απεριόριστες δυνατότητες γι’ αυτό. Όμως, το μέλλον γεννιέται σήμερα, και η γέννηση αυτή είναι κάθε άλλο παρά εύκολη. Ο σοβιετικός λαός πιστεύει σταθερά ότι η ανθρωπότητα θα αποφύγει την πυρηνική καταστροφή και θα ζήσει σε έναν κόσμο απαλλαγμέ­νο από πολέμους. Πιστεύουμε ότι οι απόγονοι μας θα φέρνουν συχνά στη μνήμη τους τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’80 του ταραγμένου 20ού αιώνα και τον ιστορικό αγώνα των λαών γύρω απ’ τα προβλήματα του πολέμου και της ειρήνης, έναν αγώνα που το αποτέλεσμα του θα είναι πραγματικά τεράστιας σημασίας.

Ποια είναι η συμβολή που μπορεί να έχει η επιστημονική φαντασία σ’ αυτόν τον καθολικής σημασίας αγώνα; Αναγνω­ρίζεται πλατιά ότι η επιστημονική φαντασία είναι συστατικό κομμάτι της σημερινής λογοτεχνικής ανάπτυξης και ότι θα πρέπει να εκτιμιέται με τα ίδια κριτήρια με τα οποία κρίνονται και όλα τα άλλα λογοτεχνικά έργα. Όμως, η επιστημονική φαντασία, όπως και κάθε άλλη λογοτεχνική μορφή, έχει τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Κατά την άποψή μας, ιδιαίτερο χαρακτηριστικό είναι ότι, ενώ απευθύνεται στον σύγχρονο αναγνώστη, βλέπει στο μέλλον. Ονειρεύεται το μέλλον και προσπαθεί να προβλέψει πράγματα που θα συμβούν τότε. Σύγχρονα επισημαίνει τους κινδύνους που μπορεί να συναντήσει ο άνθρωπος και η κοινωνία στις μέρες που θα ‘ρθουν. Θίγει προβλήματα που πρέπει να λυθούν, μερικά σήμερα και μερικά αύριο. Έτσι, η επιστημονική φαντασία, όπως και όλη η λογοτεχνία, μπορεί και πρέπει να συμβάλει στην υπόθεση της διαφύλαξης και στερέωσης της ειρήνης. Γιατί μόνο αν υπάρχει ειρήνη μπορεί να εξασφαλιστεί αυτό που είναι το πιο σημαντικό: το δικαίωμα σε ένα μέλλον αντάξιο του ανθρώπου.

Η σοβιετική λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας, που την πηγή της μπορεί κανείς να την βρει στο έργο του Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι και του Αλεξέι Τολστόι, είναι αισιόδοξη, κάτι που χαρακτηρίζει το σύνολο της πολυεθνικής σοβιετικής λογοτεχνίας. Δεν βλέπει το μέλλον μέσα από ροδόχρωμα ματογυάλια. Όμως είναι αισιόδοξη στην ίδια την ουσία της, γιατί πιστεύει στη δύναμη της λογικής και στη δυνατότητα της ανθρώπινης καρδιάς να ανταποκρίνεται. Η σοβιετική λογοτε­χνία επιστημονικής φαντασίας πιστεύει στο μέλλον της ανθρωπότητας.

 

 

*Από τον πρόλογο της ειδικής έκδοσης με διηγήματα επιστημονικής φαντασίας του περιοδικού «Σόβιετ Λίτερατιουρ», τεύχος 2/1984

 

 

 

Ο ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ

Βιατσεσλάβ Ριμπακόφ

 

 

Το δάσος φαινόταν ατέλειωτο. Σε όλη του την έκταση το πλάκωνε μια χαμηλή αποπνιχτική καταχνιά. Πότε-πότε, μέσα απ’ το πυκνό πούσι, λαμπύριζαν κόκκινα σημάδια. Θηρία, φαντάσματα ίσως, και ο καλλιτέχνης πάγωνε καθώς βάδιζε, προσπαθώντας να μην αναπνέει. Δυο φορές πέρασε από μικρά ξέφωτα και τότε μπορούσε να δει τα άστρα να τρεμοσβήνουν ψηλά – τόσο ήσυχα και όμορφα μετά τα επικίνδυνα κόκκινα άστρα του δάσους. Η ανάπαυλα, όμως, ήταν σύντομη και έπρεπε να βυθιστεί και πάλι στη γλυκερή μούχλα κάτω από τα χαμηλά κλα­ριά. Το δάσος γαύγιζε και ούρλιαζε, ανάσαινε με βρώμικες ανάσες. Πότε-πότε, άκουγε τα σιγανά βήματα των θηρίων ή των φαντασμάτων. Ο καλλιτέχνης ανυπομονούσε να ακούσει τη φωνή του πουλιού Κου-ου, του πουλιού των προγόνων του, γιατί αυτό θα σήμαινε ότι βρίσκεται στο σωστό δρόμο. Αλλά το δάσος αντηχούσε απ’ άλλες φωνές. Ο καλλιτέχνης είχε φτάσει στα έσχατα όρια της αντοχής του. Το πληγωμένο πόδι του δεν τον άκουγε πια. Έγλυψε τα ξερά του χείλη με μια ξερή γλώσσα.

Στη μέση από ‘να ξέφωτο σταμάτησε κι έριξε πίσω το πονεμένο κεφάλι του. Πάνω απ’ αυτόν, πίσω από τις σκοτεινές σιλουέτες των δέντρων, σηκωνόταν η έναστρη φεγγερή δροσιά, καλύπτοντας το επίφοβο ύψος του στε­ρεώματος. Τα άστρα πάντα βοηθούσαν τον καλλιτέχνη. Αρκούσε να τα κοιτάξει και οι πιο δύσκολες εικόνες τού έβγαιναν σωστά. Δε μπορούσε να καταλάβει γιατί στους άλλους δεν άρεσε να βλέπουν τα άστρα.

Έπεσε στο υγρό έδαφος με ένα πνιχτό βογγητό και κάλεσε το πουλί Κου-ου σε βοήθεια. Ένα σημάδι μόνο. Δεν χρειαζόταν περισσότερο, μόνο ένα σημάδι. Τα υπό­λοιπα θα τα κατάφερνε μόνος του. Ήταν ακούραστος σαν τον άνεμο, μπορούσε να βαδίζει ασταμάτητα, χωρίς να λογαριάζει τον πόνο. Μόνο ένα σημάδι, για να ξέρει ότι ήταν στο σωστό δρόμο, ότι τα βάσανα του δεν ήταν μάταια. Σημάδι όμως δεν ερχόταν.

 

Είχε τελειώσει τη ζωγραφιά της αρκούδας και ήταν έτοιμος να την τρυπήσει στο σωστό μέρος με το σχέδιο ενός κονταριού.

Η φυλή μεγάλωνε. Είχε ανάγκη από μια μεγαλύτερη σπηλιά, αλλά η μόνη κοντινή ήταν πιασμένη από μιαν αρκούδα. Θα έπρεπε να τη σκοτώσουν. Η φυλή είχε πάρα πολύ καιρό να ασχοληθεί με τέτιο θηρίο. Μόνο οι πολύ γέροι ήξεραν τι έπρεπε να γίνει. Αλλά κι αυτοί έδιναν διαφορετικές ο καθένας συμβουλές.

Μια σκιά έπεσε στον τοίχο και ο καλλιτέχνης άκουσε μια γνωστή ανάσα πίσω του. Γύρισε. Ο αρχηγός εξέτασε για λίγο την εικόνα σιωπηλά.

— Καλό είναι.

Περίμενε ένα λεπτό. Μετά πρόσθεσε:

—  Φτάνει.

—  Τι φτάνει; αιφνιδιάστηκε ο καλλιτέχνης.

—  Φτάνει η ζωγραφιά.

—  Και το κοντάρι;

— Δεν υπάρχει κοντάρι.

—  Δεν υπάρχει κοντάρι;

—  Δεν υπάρχει κοντάρι. Δε θα χορέψουμε γύρω από την εικόνα.

Ο καλλιτέχνης κατέβασε το λερωμένο με μπογιά χέρι του.

— Μα δε θα κυνηγήσουμε την αρκούδα;
Ο αρχηγός κοίταξε κάτω.

— Θα κυνηγήσουμε την αρκούδα.

Δε θα χορέψουμε γύρω από την εικόνα.

Δε θα ζωγραφίσεις κοντάρι.

Δε θα ζωγραφίσεις τίποτε.

Ο καλλιτέχνης σηκώθηκε αργά και ο βοηθός του που τόση ώρα με επιμέλεια έφτιαχνε πηλό σηκώθηκε και αυτός.

—  Μα γιατί; Γιατί να μη ζωγραφίσω κοντάρι; τραύλισε ο καλλιτέχνης.

Γιατί να μη ζωγραφίσω τίποτε;

—  Θα πάρεις μέρος στο κυνήγι όπως οι άλλοι, είπε ο αρχηγός με ξαφνική σκληράδα.

Και ο βοηθός σου το ίδιο.

Οι ζωγραφιές σας δε χρειάζονται.

Σπαταλάτε κι οι δυο σας πολύ καιρό σε μια δουλιά που θα μπορούσε να την κάνει οποιαδήποτε γριά. Αυτό είναι ανοησία.

Σταμάτησε για λίγο.

— Τέρμα οι ζωγραφιές. Κι όλα αυτά θα τα σβήσουμε, πρόσθεσε με μια χειρονομία που αγκάλιαζε όλο τον τοίχο.

Ο καλλιτέχνης κοίταξε τον αρχηγό. Μετά γύρισε στις εικόνες του. Εκεί ήταν όλα τα ζώα που είχε δει το μάτι του ανθρώπου. Υπήρχαν και άνθρωποι. Στην κάθε μια απ’ αυτές, υπήρχε ένα κομμάτι απ’ τον αιώνιο ουρανό. Κάθε γραμμή λαμπύριζε γεμάτη από αστέρια. Δεν μπορούσε να σταματήσει τη ζωγραφική.

— Δε θα σας αφήσω, είπε τραχεία και στράφηκε πάλι προς τον αρχηγό. Θα μείνουν.

Για να δόσει βάρος στα λόγια του έδειξε τα δόντια του και σφύριξε, σκύβοντας προς τα μπρος, μολονότι ήξερε πολύ καλά, πως αν αποφάσιζαν να σβήσουν την εικόνα, θα το έκαναν. Αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει το γιατί.

—  Το αποφασίσαμε, είπε ο αρχηγός. Δε χρειάζονται. Μόνο κακό κάνουν.

—  Σε ποιον κάνουν κακό;

Ο αρχηγός έσφιξε τις γροθιές του. Η κάθε μια τους ήταν σχεδόν ίση με το κεφάλι του καλλιτέχνη. Προσπά­θησε να μην τις βλέπει.

Σε ποιον κάνουν κακό; ξανά ‘πε απελπισμένα, κι ο βοηθός έσφιξε κι αυτός τις γροθιές του. Ο αρχηγός έριξε ένα βλοσυρό βλέμμα στο βοηθό και κάθησε αργά, σταυ­ρώνοντας δυο δυνατά πόδια σκεπασμένα με ουλές.

— Κάτσε κι εσύ, σχεδιαστή ανθρώπων και ζώων. Χτύπησε ελαφρά το έδαφος δίπλα του.

— Θέλεις να μιλήσουμε; Άντε, να μιλήσουμε αφού το θέλεις.

Κάτσε κι εσύ, πηλοτεχνίτη. Όχι, όχι εκεί. Εκεί δίπλα, για να μην ακούς τι θα λέω.

—  Γιατί να μην ακούει; ρώτησε ο καλλιτέχνης. Φτιά­χνει τον πηλό.

Τον διατάζω να μείνει εδώ.

—  Δε θα τον διατάξεις να μείνει εδώ, γιατί δε θέλω ν’ ακούει τι θα πω.

Θέλω ν’ ακούς μόνο εσύ.

—  Μα θέλω να ακούει όλα όσα ακούσω, είπε πεισμα­τικά ο καλλιτέχνης.

Ο αρχηγός έτριξε τα δόντια του και χτύπησε το μαλλιαρό του στήθος.

Όταν ο τεχνίτης του πηλού έφυγε, ο αρχηγός γύρισε, και κοίταξε τον καλλιτέχνη.

—  Ζωγραφίζεις ένα κοντάρι και οι άνθρωποι χορεύ­ουν, και οι γέροι κάνουν ξόρκια για να ‘ναι καλή επιτυχία. Και μετά, τα αληθινά κοντάρια αστοχούν.

—  Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ζωγραφίσω περισσό­τερα κοντάρια, έκανε ο καλλιτέχνης με έξαψη. Μα ο αρχηγός τον διέκοψε.

—  Εσύ ζωγραφίζεις κι εμείς κυνηγάμε. Τραυματιζό­μαστε, σκοτωνόμαστε, ενώ εσύ κάθεσαι στη σπηλιά και τρως αυτά που φέρνουμε εμείς κι ο βοηθός σου κάθεται και φτιάχνει πηλό για σένα. Δε λέω ότι φταις εσύ. Δε λέω ότι πρέπει να σκοτωθείς. Αλλά η φυλή δεν πιστεύει πια σε σένα. Έλεγαν: ζωγράφισε το θηρίο νεκρό και θα σκοτω­θεί. Αλλά τώρα βλέπουμε ότι άλλο είναι να το ζωγραφίζεις το σκοτωμό και άλλο να σκοτώνεις. Η ζωγραφική δεν ωφελεί. Η ζωγραφική είναι κακό πράγμα. Γιατί όλοι μπορούν να δουν ότι δεν κυνηγάς. Κι αυτό κάνει πικρά τα στόματα της φυλής.

Ο καλλιτέχνης είχε σαστίσει. Χρειάστηκε αρκετή ώρα για ν’ απαντήσει.

—  Θα ζωγραφίσω, είπε τελικά.

—  Δε θα ζωγραφίσεις, έκανε ο αρχηγός, ανασαίνοντας βαριά. Θα κυνηγήσεις.

—  Εγώ ζωγραφίζω καλά, έστριψε νευρικά τα λεπτά δάκτυλά του ο καλλιτέχνης. Οι γέροι είναι που ξορκίζουν λάθος.

Ο αρχηγός σηκώθηκε απειλητικά. Κι ο βοηθός που τον είδε, σηκώθηκε κι αυτός, αν και δεν είχε ακούσει ούτε λέξη.

—  Μερικοί σκέφτονται το ίδιο: το βλέπουμε ότι ζωγραφίζει καλά. Δε βλέπουμε πώς ξορκίζουν οι γέροι, αλλά ξορκίζουν άσχημα. Έτσι σκέφτονται. Αυτή η ιδέα είναι η χειρότερη απ’ όλες.

—  Θα κυνηγήσω και μετά θα ζωγραφίσω. Και δε θα δόσεις διαταγή να τα σβήσουν, παρακάλεσε ο καλλιτέ­χνης, καθώς σηκωνόταν.

Ο αρχηγός ανάσανε βαριά και ζάρωσε το μέτωπό του.

—  Ζωγράφισε την αρκούδα και το κοντάρι, είπε ύστερα από πολλής ώρας σκέψη. Και φτιάσε το κοντάρι όσο μπορείς καλύτερα. Δε θα χορέψουμε. Και οι γέροι δε θα ξορκίσουν. Και δε θα πάμε να σκοτώσουμε την αρκού­δα. Εσύ κι ο βοηθός σου ζωγραφίζετε καλά. Λοιπόν, θα πά­τε και θα κυνηγήσετε καλά. Κι αν δε σκοτώσετε την αρκούδα τότε αυτό θα σημαίνει ότι ζωγραφίσατε άσχημα, και δε σας χρειαζόμαστε άλλο.

—  Μόνοι μας;

—  Ναι. Κι ας αποκτήσει δύναμη η ζωγραφική σας.

 

…Τώρα, ο  βοηθός του ήταν νεκρός και το Κου-ου σώπαινε και οι δυνάμεις του τον είχαν εγκαταλείψει.

Το θηρίο είχε μείνει άβλαβο.

Η σκέψη τον έσπρωξε να κινηθεί. Γύρισε και δοκίμασε να σηκωθεί. Αν μπορούσε κάποιος να του απλώσει ένα χέρι! Αλλά δεν υπήρχε κανένας. Ενώ τα δάχτυλα του έσφιγγαν πυρετικά τον αέρα, ο καλλιτέχνης δοκίμασε να σηκωθεί. Δεν πρέπει να φωνάξει, το δάσος πάντα μαζεύεται γύρω απ’ την κραυγή, η κραυγή σημαίνει εύκολη λεία, η κραυγή σημαίνει τροφή. Μια κραυγή για βοήθεια πάντα έφερνε το θάνατο. Πρέπει, όμως, να σηκωθεί. Πρέπει να πάει πίσω στη φυλή του. Εκεί θα βρει βοήθεια. Θα βρει ανθρώπους. Ανθρώπους! Αν ο αρχηγός το εγκρίνει και αν οι γέροντες συμφωνήσουν.

Ανάγκασε τον εαυτό του να σηκωθεί και συνέχισε το δρόμο του.

…Ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα, αναπνέοντας γρήγορα και τραχιά.

Μια γριά γυναίκα ήταν καθισμένη δίπλα του, πλένο­ντας τις πληγές του με υγρά βότανα. Μουρμούριζε κάτι απροσδιόριστο, καθώς άγγιζε με τα ευαίσθητα δάχτυλα της τη σκισμένη, γλιστερή σάρκα του. Ο αρχηγός στεκόταν από πάνω του σαν τεράστιος βράχος, με βλοσυ­ρή έκφραση.

—  Δε σκοτώσαμε την αρκούδα, αναστέναξε ο καλλιτέ­χνης. Ήμασταν πολύ λίγοι.

—  Παλιά, και ένας μόνος του μπορούσε να σκοτώσει μια αρκούδα.

—Ήξεραν μαγικά τότε.

— Αφού τη ζωγράφισες! φώναξε ο αρχηγός, με προ­σποιητή έκπληξη. Τι σου χρειάζονται τα μαγικά;

Ο καλλιτέχνης δεν απάντησε. Ο αρχηγός σώπασε για λίγο.

— Θα μαζεύεις ρίζες, είπε στο τέλος.

Ο καλλιτέχνης δεν περίμενε τέτια ταπείνωση. Δεν έφταιγε αυτός που τον είχαν στείλει. Άλλοι έφταιγαν για το σακάτεμά του, άλλοι έφταιγαν που για την υπόλοιπη ζωή του θα πρέπει να κάνει γυναικείες δουλιές και να κοιτάζει τοίχους χωρίς ζωγραφιές.

—  Δεν μπορώ να μαζεύω ρίζες γιατί δεν μπορώ να βαδίσω, είπε κινώντας με κόπο τα ξερά του χείλη. Θα ζωγραφίζω.

—  Θα κάθεσαι στη σπηλιά και θα κόβεις τις ρίζες!

Θα κάθεσαι στη σπηλιά και θα δουλεύεις τα δέρματα! Κάποιος πρέπει να κάνει τη βρώμικη δουλιά. Εσύ το ‘χεις κιόλας συνηθίσει, έτσι που ανακατευόσουνα με τον πηλό.

— Ας κάνω την πιο βρώμικη δουλιά κι ας ζωγραφίζω μετά, παρακάλεσε μαλακά ο καλλιτέχνης.

Οι μυώνες του αρχηγού φούσκωσαν. Πήρε βαθιά αναπνοή κι άρχισε να χτυπά το στέρνο του με τα χέρια. Η φοβισμένη γριά τραβήχτηκε, χτυπώντας το πληγωμένο πόδι του καλλιτέχνη με το σκληρό, ξερό της γόνατο. Ο πόνος άστραψε σαν κεραυνός και ο καλλιτέχνης ούρλιαξε, σπαρταρώντας πάνω στο βρώμικο τομάρι.

Ο αρχηγός ησύχασε. Αναστέναξε βαριά. Μετά έσκυ­ψε και έστρωσε προσεχτικά το τομάρι κάτω από τον καλλιτέχνη.

— Πρέπει να σβήσουμε τις εικόνες, είπε.
Ο καλλιτέχνης έκλεισε τα μάτια του.

Βοήθησε να κόψουν ρίζες, καθάρισε ψάρια και δούλε­ψε τα δέρματα. Οι άνθρωποι τον περιγελούσαν. Καμιά φορά, σερνόταν έξω από τη σπηλιά και στεκόταν στην είσοδο, αναπνέοντας τον καθαρό, ελεύθερο αέρα, αγνα­ντεύοντας το δάσος. Δυσκολευόταν στο βάδισμα, αλλά ο ήλιος έγλειφε με τις θερμές του γλώσσες το βασανισμένο του σώμα. Γύριζε τα μάτια του στο δυνατό φως και ονειρευόταν.

Εκείνες τις σπάνιες στιγμές που ήταν μόνος στη σπηλιά, με τα παιδιά και τις μισότυφλες, μισότρελλες γριές, πλησίαζε τον τοίχο του. Οι εικόνες είχαν σβηστεί, αλλά ο καλλιτέχνης χάιδευε τον τοίχο με τις παλάμες του που γίνονταν όλο και πιο βρώμικες. Χάιδευε την κρύα πέτρα με τα τραχειά του δάχτυλα δημιουργώντας φαντα­στικές εικόνες. Και, άλλη μια φορά σαν πρώτα, μπορούσε να αιστανθεί ότι κι αυτή η γραμμή είναι σωστή, κι αυτή… Αν ήταν δυνατό να τις δει, το υγρό μάτι μιας κατσίκας θα τον κοίταζε απ’ τον τοίχο.

Οι γέροι δεν έπαψαν να θυμούνται τρόπους να σκοτώ­σουν την αρκούδα.  Όλοι τους μιλούσαν, αποκαλώντας τους άλλους παιδαρέλια. Κι ο αρχηγός δεν μπορούσε να ‘ποφασίσει να διακινδυνεύσει.

Μια μέρα, ο καλλιτέχνης, στηριγμένος σε ένα χοντρό ραβδί, βγήκε από τη σπηλιά και βάδισε κουτσαίνοντας προς το μέρος όπου ο βοηθός του είχε βρει το χρωμα­τιστό πηλό. Του χρειάστηκε μια ώρα για να φτάσει ως εκεί. Μάζεψε όσο πηλό μπορούσε να κουβαλήσει και σύρθηκε πίσω, σταματώντας συχνά για να πάρει ανάσα, με το ανήμπορο πόδι του απλωμένο και το πηγούνι του στηριγμένο στο ροζιασμένο μπαστούνι.

Βρήκε ένα μεγάλο βράχο, όχι μακριά απ’ τη σπηλιά. Κάθησε δίπλα του και άρχισε να φτιάχνει πηλό, όχι πολύ επιδέξια, αλλά στοργικά. Σιγά-σιγά, έγινε μπογιά.

Μετά, ξάπλωσε εξαντλημένος, με το κεφάλι στο μαλακό γρασίδι. Ο ουρανός ήταν ένα καθαρό, φωτεινό γαλάζιο. Πόσο καιρό, σκέφτηκε, είχε να δει τ’ αστέρια. Ανακάθισε και άρχισε να ζωγραφίζει.

Είδε και πάλι την τεράστια γκρίζα μάζα να εμφανί­ζεται σιωπηλά από κάπου ψηλά, το βοηθό του να βγάζει μια κραυγή και την αρκούδα να μουγκρίζει νοιώθοντας τη μυρωδιά του αίματος. Μετά, τα λεπτά πόδια, που έβγαιναν κάτω από το βαρύ σώμα, χτύπησαν το έδαφος. Το ρύγχος της αρκούδας κοκκίνισε. Ο καλλιτέχνης πισωπάτησε κρατώντας αδέξια το κοντάρι του. Μετά φώναξε με φρίκη. Όλα έγιναν τόσο γρήγορα και ξαφνικά. Πριν από λίγες στιγμές ο βοηθός του του μιλούσε. Είχε προσπαθήσει να τον καθησυχάσει. Τον είχε παραμερίσει με ένα δυνατό σπρώξιμο του αγκώνα. Και είχε προχωρήσει μπροστά.

Η αρκούδα σήκωσε το κεφάλι της και ξαναμούγκρισε. Ο καλλιτέχνης οπισθοχώρησε, παραπάτησε κι έπεσε μπρούμυτα, σφίγγοντας πάντα το ακόντιο του. Η αρκούδα τον πλησίασε. Πέταξε το ακόντιο και την πέτυχε. Μα η αρκούδα απλώς μούγκρισε δυνατότερα, κι ο καλλιτέχνης σηκώθηκε με ένα πήδημα. Τότε η αρκούδα όρμησε καταπάνω του. Ο καλλιτέχνης πήδησε στο πλάι και κατρακύλησε σε μια απότομη πλαγιά. Τον ακολούθησε μια βροντερή σάρα από άμμο και βράχια, τυλιγμένη σ’ ένα σύννεφο σκόνης.

Τώρα ζωγράφιζε. Το είχε πει. Είχε κλάψει, τους είχε παρακαλέσει να μη βάλουν τα γέλια. Τέλειωσε μια εικόνα, ύστερα μια δεύτερη, μια τρίτη, μια τέταρτη. Ζωγράφιζε από μνήμης τις σκηνές, όπως ακριβώς είχαν γίνει. Δεν τσιγγουνευόταν το χρώμα. Έτρεμε. Ήθελε οι άλλοι να αιστανθούν και να καταλάβουν, έστω και για μια στιγμή μονάχα, πόσο οδυνηρό ήταν γι’ αυτόν και να πάψουν να γελούν. Ζωγράφισε τον εαυτό του, πληγωμένο, τσακισμέ­νο σαν ξερόχορτο, ξαπλωμένον πάνω στα τομάρια, με τον άδειο τοίχο δίπλα του.

Ήταν αργά όταν γύρισε στη σπηλιά. Όλοι κοιμόνταν. Τα δικά του μάτια ήταν βαριά, ένοιωθε εξαντλημένος. Η ένταση του είχε γίνει μια γλυκιά κούραση. Ο ύπνος τον πήρε αμέσως. Αυτή τη νύχτα δεν τον κυνήγησαν οι εφιάλ­τες με την αρκούδα και τον αρχηγό.

Ωστόσο, ο αρχηγός ήρθε να τον βρει λίγο μετά το μεσημέρι. Τα ρουθούνια του έτρεμαν, και κάπου-κάπου το απάνω χείλος του σηκωνόταν, ξεσκεπάζοντας τα δόντια του.

— Ζωγράφιζες; ρώτησε απότομα.

Ο καλλιτέχνης άφησε κάτω το ψάρι που καθάριζε.

— Ναι, ζωγράφιζα. Ζωγράφισα ανθρώπους και ζώα.

—  Γιατί ζωγράφιζες; Δεν σου έδοσα εντολή;

—  Μ’ αρέσει η ζωγραφική. Έδοσα διαταγή μόνος μου, αφού δεν έδοσες εσύ. Και μου άρεσε.

Ο αρχηγός ανάσανε βαριά, μα συγκρατήθηκε κι έβαλε τα χέρια του πίσω.

—  Γιατί τα ζωγράφισες όλα αυτά; Αυτά που ζωγρα­φίζεις είναι άχρηστα. Μας κάνουν κακό!

—  Ζωγράφισα αυτά που είδα. Ζωγράφισα αυτά που σκέφτηκα.

—  Ζωγράφισες την αρκούδα να τρώει έναν άνθρωπο.

—  Ναι.

—  Μερικοί το είδαν κιόλας. Θα το σβήσουμε, αλλά μέχρι τότε θα το ‘χουν δει κι άλλοι.

Δε θα τολμούν να αντιμετωπίσουν την αρκούδα. Είναι πολύ τρομερή.

—  Ναι, είναι τρομερή.

—  Γι’ αυτό τη ζωγράφισες;

—  Οχι.

—  Γιατί τη ζωγράφισες;

—Έπρεπε να τη ζωγραφίσω.

Η επίμονη σκέψη ζάρωσε το μέτωπο του αρχηγού.

—  Φόβισες ολόκληρη τη φυλή, είπε.

—  Δεν το σκέφτηκα.

—  Τι σκέφτηκες;

— Τον εαυτό μου. Όταν ζωγραφίζω σκέφτομαι πάντα τον εαυτό μου. Κι αυτά που αγαπώ. Σκέφτηκα τον πόνο μου. Σκέφτηκα και το βοηθό μου που μου έφτιαχνε τον πηλό.

Ο αρχηγός κοίταξε γύρω για να βεβαιωθεί ότι κανείς δεν τον άκουγε.

— Τότε γιατί η αρκούδα μου μοιάζει; ρώτησε απότομα.
Ο καλλιτέχνης δεν απάντησε. Αυτό ήταν κάτι που δεν το είχε αντιληφτεί.

— Κατάλαβα αμέσως ότι ήθελες το κακό μου.

—  Όχι, είπε απελπισμένα ο καλλιτέχνης. Δε θέλω να κάνω κανένα κακό. Θέλω να κάνω καλό.

—  Πήγαινε τότε και σβήστο. Και ξαναζωγράφισέ το έτσι που να μην προκαλεί φόβο. Η αρκούδα σου είναι τρομερή.

—  Δεν είναι η αρκούδα μου. Είναι η δική του αρκούδα, και έτσι ακριβώς φαινόταν.

—  Ζωγράφισε μιαν άλλη. Ζωγράφισε μια πολύ μικρή αρκούδα και μεγάλους κυνηγούς με μεγάλα κοντάρια. Τότε, κανείς δε θα φοβηθεί. Θα πάω εγώ ο ίδιος τους πολεμιστές να το δουν. Και μετά, θα τους διατάξω να σκοτώσουν την αρκούδα.

—  Όχι, είπε ο καλλιτέχνης. Η αρκούδα δεν ήταν έτσι. Δεν μπορώ να ζωγραφίσω αρκούδα που δε θα είναι έτσι. Μόνο τέτια μπορώ να ζωγραφίσω.

— Τότε, θα σε διώξουμε, μούγγρισε ο αρχηγός. Θα χαθείς μόνος σου μέσα στο δάσος.

Οι φρεσκοκλεισμένες πληγές του καλλιτέχνη πονού­σαν. Αυτός σώπαινε.

—Όταν όλοι πάρουν θάρρος βλέποντας τη μικρή αρκούδα, θα τη σκοτώσουν. Και η σπηλιά θα είναι δικιά μας.

—Όταν δουν την πραγματική, μεγάλη αρκούδα, θα φοβηθούν ακόμη περισσότερο, γιατί περίμεναν μια μικρή.

—  Ας φοβηθούν. Όταν η αρκούδα τους επιτεθεί, θα αναγκαστούν να πολεμήσουν.

—  Θα σκοτώσει πολλούς.

—  Ναι. Αλλά θα έχουμε μια μεγάλη σπηλιά.

—Όταν σκοτωθούν πολλοί δε θα χρειαζόμαστε μεγά­λη σπηλιά.

Αυτό έκανε τον αρχηγό σκεφτικό.

— Μια μεγάλη σπηλιά είναι πάντα καλή. Η αρκούδα πρέπει να σκοτωθεί επειδή το είπαμε, και τώρα δεν μπορούμε να λέμε ότι δεν πρέπει να σκοτωθεί.

Ο καλλιτέχνης δεν είχε τι άλλο να πει.

— Στην καινούργια σπηλιά, θα σ’ αφήσω να ζωγραφί­ζεις στον τοίχο και θα σου δόσω και βοηθό, είπε μαλακά ο αρχηγός. Πήγαινε τώρα.

Ο καλλιτέχνης προχώρησε υποταχτικά κι ο αρχηγός τον βοήθησε ως στην είσοδο με τα δυνατά του χέρια. Τον στήριξε τόσο δυνατά, που ο καλλιτέχνης αιστάνθηκε σα να είχε αναλάβει τελείως ή και σα να μην είχε καθόλου τραυματιστεί. Ήταν τόσο εύκολο να βαδίζει όταν τον στήριζε ο αρχηγός. Ο αρχηγός, όμως, τον στήριξε μόνο για λίγο.  Ύστερα τον άφησε να τα βγάλει πέρα μόνος του.

 

 

Δύο νεαροί κυνηγοί στέκονταν μπροστά στο βράχο στηριγμένοι στα κοντάρια τους και μιλώντας σιγανά. Ο καλλιτέχνης σταμάτησε πίσω από κάτι θάμνους και κοίταζε τις φαρδιές ηλιοκαμμένες πλάτες τους.

—  Κοίτα, είπε ο ένας. Εδώ ήταν η αρκούδα.

—  Ναι, αποκρίθηκε ο άλλος. Και κοίτα πώς πηδάει με τα πόδια απλωμένα μπροστά και με την κοιλιά αφύλαχτη. Αν ριχτείς απάνω της και σηκώσεις το κοντάρι σου, θα της έρθει στην κοιλιά.

—  Δεν το ‘ξεραν όμως. Κοίτα τη ζωγραφιά εδώ. Εκεί­νο που χρειάζεται είναι να της ριχτούμε από δύο μεριές.

—  Ναι. Θυμάσαι πώς το κάναμε; Εδώ θα ήταν ό,τι έπρεπε.

—  Κρίμα που δεν ήξεραν τον τρόπο μας.

—  Κρίμα που δεν ήξεραν πώς πηδάει η αρκούδα.

—  Κρίμα που δεν ήξεραν πού ήταν η αρκούδα.

—  Εμείς, όμως, τώρα ξέρουμε, είπε ο ένας.

Ο άλλος έβγαλε ένα στεναγμό ανακούφισης και πέρασε το κοντάρι του στο δεξί χέρι.

—  Ναι, είπε, ξέρουμε.

Δε μίλησαν άλλο. Σφίγγοντας τα κοντάρια τους, κοίταξαν ο ένας τον άλλο, κι ύστερα, προχώρησαν μέσα από τους θάμνους, σιωπηλοί σαν σκιές.

Ο καλλιτέχνης έπεσε στο έδαφος.  Ενοιωθε όλα του τα μούσκουλα και τα κόκαλα να λιώνουν. Εκείνο που τον πείραξε πιο πολύ ήταν ότι δεν μπορούσε να πάει μ’ αυτούς τους δυο. Κι αφού δεν μπορούσε να πάει, δεν άξιζε τον κό­πο να κινηθεί καθόλου. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να περιμένει.

Σύννεφα μαζεύτηκαν στον ουρανό και τα φύλλα θρόισαν υπόκωφα. Ο αέρας κουβαλούσε ένα λεπτό ψιλόβροχο που δυνάμωνε τις μυρωδιές. Με τις πρώτες σταγόνες, οι γραμμές της ζωγραφιάς άρχισαν να χάνονται. Μέσα σε λίγες στιγμές, τίποτα δεν είχε απομείνει στην τραχιά, βαθύχρωμη επιφάνεια του βράχου.

Ο καλλιτέχνης, όμως, ούτε καν το είχε προσέξει. Κοίταζε αυτούς τους δυο που αρνήθηκαν να κλάψουν και να υποφέρουν μαζί του. Που απλώς είχαν φύγει. Θα τους ζωγραφίσω, σκέφτηκε ο καλλιτέχνης. Θα τους ζωγραφίσω, όποιο και να ‘ναι το τέλος της προσπάθειας τους.

 

 

 

 

 

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΗΛΕΠΑΘΕΙΑ

 

Ρομάν Ποντόλνι

 

— Μας δίνετε την υπόσχεση ότι δε θα χρησιμοποιήσετε τις γνώσεις που αποκτήσατε σε βάρος οποιουδήποτε ατόμου ή της κοινωνίας σαν σύνολο;

— Το υπόσχομαι.

Το δωμάτιο ήταν πνιγερό. Μύριζε φρέσκο τυπογραφικό μελάνι Ο αξύριστος, κουρασμένος άντρας από την έδρα απάγγελνε το καθιερωμένα τυπικά με μιαν άτονη, θαμπή φωνή. Ήταν φανερό ότι σκεφτόταν κάτι άλλο. Ο Σεργκέι έκανε πως δεν τα πρόσεχε όλο αυτά. Σήμερα Θα πετύχαινε το σκοπό του, σήμερα θα μάθαινε!

Είχε περάσει όλες τις απαιτούμενες εξετάσεις, η επιθυμία του είχε κηρυχτεί θεμιτή. Όσο για τη συμπεριφορά των υπαλλήλων του εργαστηρίου σε σχέση με τις βοηθητικές τους δουλειές, δεν τον ένοιαζε αρκεί μονάχα να τις εκτελούσαν.

— Μας δίνετε το λόγο σας να μην αποκαλύψετε ποτέ, σε καμιά περίπτωση τα γεγονότα που ίσως μάθετε μέσω της χρήσης του μηχανισμού;

— Υπόσχομαι.

— Θυμάστε ότι. το μηχάνημα θα δουλεύει επί μισή ακριβώς ώρα από τη στιγμή που θα τεθεί σε λειτουργία, πράγμα που κάνει αναγκαίο τον πολύ ακριβή υπολογισμό της επιλογής της κατάλληλης στιγμής;

— Το θυμάμαι.

— Εκείνο που μου απομένει να κάνω είναι να συμμορφωθώ στο τελευταίο σημείο των κανόνων, δίνοντάς σας το μηχάνημα για προσωρινή χρήση ακούστηκε, σε τόνο έσχατης ανίας, η φωνή του εργαστηρίου. Θα το δοκιμάσω σε σας. Προβλέπεται τρίλεπτη δοκιμή.

Ο άνθρωπος σηκώθηκε, πήρε ένα καφετί κασκέτο από μια κρεμάστρα στον τοίχο, το φόρεσε, κάθησε κι έγειρε προς τη ράχη της καρέκλας.

Η μυρωδιά της μπογιάς δυνάμωσε. Ο Σεργκέι αισθάνθηκε ένα κύμα ζέστης να μουσκεύει στον ιδρώτα όλο του το σώμα. Το πρόσωπο του ανθρώπου στην άλλη άκρη του τραπεζιού έγινε ακόμη πιο επίσημο και άχρωμο απ’ ότι ήτανε πριν, αν αυτό ήτανε δυνατό. Την ίδια στιγμή, έγνεψε στον Σεργκέι. Μετά, έβγαλε το κασκέτο και του το άπλωσε.

— Ξέρετε να το χειρίζεστε; Καλή τύχη! Μην ξεχνάτε ότι πρέπει να μας δόσετε μία σύντομη έκθεση, ανεξάρτητα από τα αποτελέσματα. Οι κανονισμοί είναι κανονισμοί.

 

* * *

Αχά! Ταξίδευε με το ίδιο τρόλεϊ και σήμερα, το κορίτσι που παρακολουθούσε για τουλάχιστον 6 μήνες. κάθε εργάσιμη μέρα, και για απόσταση έντεκα στάσεων του τρόλεϊ, χωρίς να βρίσκει ποτέ το θάρρος να της πιάσει κουβέντα. Ντρεπόταν πολύ. Θεωρούσε τον εαυτό του μάλλον συμπαθητικό, αλλά φοβόταν ότι το κορίτσι θα μπορούσε να μη συμμερίζεται τα γούστο του. Και θα ήταν ανυπόφορο να του πει: «Παράτα με ήσυχη, ζώον!». Τώρα θα διάβαζε τις σκέψεις της και θα μάθαινε…

Ο Σεργκέι την πλησίασε με κόπο, διασχίζοντας ολόκληρο το διάδρομο. Ευτυχώς, δεν ήταν ώρα αιχμής. Σταμάτησε μισό βήμα από το κορίτσι, σήκωσε το χέρι του ως το κασκέτο όπου κρυβόταν το τηλεπαθητικό μηχάνημα Ζούμπκωφ ΤΑ 35 ST και γύρισε το διακόπτη που είχε τη μορφή κουμπιού στην κορυφή του κασκέτου.

— Παλαβέ!, άκουσε μια ελαφρά αλλαγμένη, μαλακή φωνή, που ως τώρα την ήξερε μόνο από τις ζωηρές κουβέντες: «Δόστε μπροστά το εισιτήριο, σας παρακαλώ!»

Άκου παλαβέ! Νάτος, με κοιτάζει πάλι. Τι ωραίο πρόσωπο που έχει! Γιατί αυτά τα ομορφόπαιδα να είναι τέτοιοι χοντράνθρωποι; Αν ήταν ο Σλάβα Γκλαζύτσεφ Θα είχε από καιρό…

— Συγγνώμη, παρακαλώ, άκουσε ξαφνικά μια άλλη φωνή ο Σεργκέι και χάρηκε καταλαβαίνοντας πως ήταν δική του. Συγγνώμη, παρακαλώ, πηγαίνουμε με το ίδιο τρόλεϊ εδώ και έξι μήνες και μου φαίνεται πως ήρθε η ώρα να γνωριστούμε

— Έξι μήνες; Στο ίδιο τρόλεϊ! Δεν το ήξερα…, ακούστηκε ή φωνή της κοπέλας, καθόλου φιλική. Αλλά, το παραλλαγμένο αντίγραφό της αλλιώς ακουγόταν και άλλα έλεγε: «Μπράβο! Αποφάσισε επιτέλους να κάνει το πρώτο βήμα. Ωραία!.

— Μάλιστα, ακριβώς έξι μήνες. Δεν είναι αρκετός χρόνος

— Ξέρετε, δε συνηθίζω να πιάνω γνωριμίες στα τρόλεϊ. (Είναι επίμονος, μ’ αρέσει αυτό).

— Ναι, αλλά εδώ πρόκειται για εξαιρετική περίπτωση.

— Φοβάμαι ότι δεν είναι καθόλου εξαιρετική για σας. Το ‘χετε, φαίνεται, συνήθεια να πλευρίζετε ξένα κορίτσια. (Θεέ μου, τι βλακείες λέω! Ζηλεύω, μήπως; Σε παρακαλώ, μη μ’ ακούς. Μου αρέσεις. Βάλε το χέρι σου γύρω από τον ώμο μου και πες ότι σήμερα δεν πρέπει να κατεβούμε σε διαφορετικές στάσεις).

— Σήμερα δεν πρέπει να κατεβούμε συ διαφορετικές στάσεις.

— Άκου να σου πω, Δον Ζουάν της συγκοινωνίας, πάρε αμέσως το χέρι σου από τον ώμο μου γιατί αλλιώς θα φας ένα μπάτσο κατάμουτρα. (Μπράβο θράσος! Αλλά το χέρι του είναι τόσο ευχάριστα ζεστό και βαρύ. Γιατί να κοροϊδεύω τον εαυτό μου;).

— Σας δυσαρέστησε πραγματικά τόσο πολύ το άγγιγμά μου;

— Φυσικά, όχι, είπε η γλυκειά φωνή. Η αυστηρή σώπαινε. Η κοπέλα προχώρησε αποφασιστικά προς την μπροστινή έξοδο και βγήκε στην επόμενη στάση μόλις άνοιξε η πόρτα (Νάτος! Τώρα θα προσβληθεί. Όχι! Ζήτω! Βγήκε μετά από μένα. Τώρα Θα μου ζητήσει συγγνώμη. Γιατί όμως; Καλύτερα να ‘λεγε μόνο ότι ξέρει πως μου αρέσει…).

— Άκου, κοπέλα μου, δε θα σου ζητήσω συγγνώμη. Ξέρω ότι σ’ αρέσω κι εγώ.

— Θα φωνάξω αστυφύλακα!

Η γλυκειά φωνή χάθηκε κι αυτή που ακούστηκε δεν ήταν απλώς αυστηρή, ήταν απειλητική. Το χειρότερο ήταν ότι η κοπέλα έφευγε τρέχοντας.

Ο Σεργκέι σταμάτησε αμήχανος. Ύστερα από είκοσι βήματα, η κοπέλα άρχισε να περπατάει πιο αργά. Ακούστηκε πάλι η τρυφερή φωνή: Αχ, τι βλάκας που είμαι! Γιατί τον έδιωξα; Καλή ανατροφή σου λένε μετά. Μήπως με ακολουθεί ακόμη; Θα του φερθώ αλλιώς,

— Όχι, είπε ο Σεργκέι σκουπίζοντας τον ιδρώτα από το μέτωπό του και γυρίζοντας το κουμπί του κασκέτου.

— Όχι δε Θα το κάνεις!

 

* * *

 

— Απογοητευμένος;

Η φωνή του ανθρώπου πίσω από το γραφείο δεν είχε τώρα τίποτε το επίσημο. Και ‘μεις απογοητευθήκαμε στην εποχή μας. Θεωρούσαμε πως το πιο σημαντικό ήταν το τι σκεφτόταν κάποιος. Όχι, νεαρέ μου, πολύ πιο σημαντικό είναι αυτό που κάνει κάποιος. Μην ταράζεσαι. Καλύτερα να χαίρεσαι που δεν κάνουμε πάντα ό,τι  σκεφτόμαστε. Πάρε για παράδειγμα αυτή τη στιγμή: Θα ήθελες να μου δόσεις ένα γερό χέρι ξύλο. Αλλά δε θα το κάνεις, έτσι δεν είναι; Και μην ψάχνεις να δεις αν φοράω τηλεπαθητική συσκευή. Είναι αρκετά εύκολο να μαντέψεις τι σκέφτεται κανείς. Τι θα κάνει, ιδού η απορία!

— Ιδού η απορία, επανέλαβε ο Σεργκέι.

 

 

 

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.